βραβεύω


βραβεύω
[вравэво] р. присуждать награду, приз,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "βραβεύω" в других словарях:

  • βραβεύω — act as judge pres subj act 1st sg βραβεύω act as judge pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραβεύω — βραβεύω, βράβευσα βλ. πίν. 19 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • βραβεύω — (AM βραβεύω) [βραβεύς] απονέμω βραβείο, ανταμείβω αρχ. 1. κρίνω, αποφασίζω για κάτι 2. διευθύνω, τακτοποιώ …   Dictionary of Greek

  • βραβεύω — ευσα, εύτηκα, βραβευμένος, απονέμω βραβείο, ανταμείβω: Οι άριστοι των επιστημών και των τεχνών βραβεύονται με το βραβείο Νομπέλ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βραβεύσει — βραβεύω act as judge aor subj act 3rd sg (epic) βραβεύω act as judge fut ind mid 2nd sg βραβεύω act as judge fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραβεύσω — βραβεύω act as judge aor subj act 1st sg βραβεύω act as judge fut ind act 1st sg βραβεύω act as judge aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραβεύσῃ — βραβεύω act as judge aor subj mid 2nd sg βραβεύω act as judge aor subj act 3rd sg βραβεύω act as judge fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραβεύῃ — βραβεύω act as judge pres subj mp 2nd sg βραβεύω act as judge pres ind mp 2nd sg βραβεύω act as judge pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραβευθέντα — βραβεύω act as judge aor part pass neut nom/voc/acc pl βραβεύω act as judge aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραβευομένων — βραβεύω act as judge pres part mp fem gen pl βραβεύω act as judge pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)